Ακριβά ξεκινούν φέτος οι καλοκαιρινές διακοπές, πριν καν οι περισσότεροι φορτώσουν τις βαλίτσες. Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, μαζί με τα διόδια και τις τιμές των καυσίμων, πιέζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό σε σημείο που πολλοί περιορίζουν τις ημέρες ξεκούρασης ή αλλάζουν εντελώς προορισμό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός ζευγαριού που υπολόγισε το κόστος της διαδρομής μετ’ επιστροφής με αυτοκίνητο γύρω στα 270 ευρώ και το χαρακτήρισε «πολύ τσιμπημένο».

Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή όταν συγκρίνει κανείς τις τιμές. Ένα απλό εισιτήριο ενός ατόμου, χωρίς αυτοκίνητο και χωρίς επιστροφή, από τον Πειραιά προς τη Σαντορίνη κυμαίνεται γύρω στα 90 ευρώ με τα συμβατικά πλοία, ενώ ακόμη και το φθηνότερο αργό δρομολόγιο αγγίζει τα 60 ευρώ. Την ίδια ακριβώς ημέρα, αεροπορικά εισιτήρια προς Παρίσι ξεκινούν από 56 έως 69 ευρώ. Με άλλα λόγια, για να φτάσει κανείς στο πιο τουριστικό νησί της χώρας πληρώνει κατά μέσο όρο 30 ευρώ περισσότερα απ’ ό,τι για να πετάξει σε μία από τις πιο δημοφιλείς πόλεις του κόσμου.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής και δημόσια εξήγηση. Από το 2007 έχει καταργηθεί η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή θαλάσσιων μεταφορών. Σε αντίθεση με την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες ή τις τράπεζες, όπου λειτουργούν αντίστοιχοι μηχανισμοί εποπτείας, στις ακτοπλοϊκές γραμμές δεν υπάρχει θεσμός που να παρακολουθεί συστηματικά την αγορά. Το Υπουργείο Ναυτιλίας δημιούργησε μεν ένα παρατηρητήριο τιμών ναύλων, το οποίο δημοσίευε κάθε εβδομάδα στοιχεία για 40 δρομολόγια επιβατών και οχημάτων. Το εργαλείο αυτό λειτούργησε μόνο από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2025 και στη συνέχεια κατέβηκε από τον αέρα από το ίδιο το υπουργείο. Έτσι, σήμερα ούτε οι πολίτες ούτε το κράτος διαθέτουν αξιόπιστα δεδομένα για την εξέλιξη των τιμών σε βάθος χρόνου.

Οι εταιρείες επικαλούνται συχνά το κόστος των καυσίμων και τις απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης. Ωστόσο τα καύσιμα τιμολογούνται διεθνώς. Σε άλλες χώρες με ακτοπλοϊκές γραμμές δεν παρατηρείται αντίστοιχη εκτίναξη τιμών. Στην Ελλάδα, επιπλέον επιβαρύνσεις και τέλη προστίθενται στο εισιτήριο χωρίς να υπάρχει δυνατότητα δημόσιου ελέγχου του ύψους τους. Παράλληλα, σε αρκετές γραμμές επικρατεί ουσιαστικά μονοπώλιο, ενώ συνολικά οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Χωρίς αποτελεσματική εποπτεία, οι τιμές διαμορφώνονται με βάση όσα μπορεί να αντέξει η ζήτηση, ιδίως τους μήνες αιχμής.

Το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει εμμέσως το πρόβλημα μέσω του μεταφορικού ισοδυνάμου. Η επιδότηση που δίνεται στους μόνιμους κατοίκους των νησιών στοχεύει ακριβώς στο να εξισώσει το κόστος ενός ακτοπλοϊκού εισιτηρίου με εκείνο μιας χερσαίας διαδρομής αντίστοιχης απόστασης. Αντί να παρέμβει για να συγκρατήσει τις τιμές, το δημόσιο επιλέγει να επιδοτεί την ήδη ακριβή αγορά. Το ίδιο μοτίβο έχει επαναληφθεί και σε άλλες περιπτώσεις επιδοτήσεων, χωρίς να αντιμετωπίζεται η ρίζα του προβλήματος.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο παραμένει η πλήρης αδιαφάνεια. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πόσο από τα 90 ευρώ ενός εισιτηρίου Πειραιά–Σαντορίνης καταλήγει στην εταιρεία, πόσο στο κράτος και πόσο σε άλλες επιβαρύνσεις. Σε κανέναν άλλο κλάδο μεταφορών στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο κενό πληροφόρησης. Χωρίς ρυθμιστική αρχή και χωρίς μόνιμο παρατηρητήριο τιμών, η συζήτηση για το ύψος των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων παραμένει χωρίς απαντήσεις. Στο μεταξύ, πολλοί επιλέγουν ήδη εναλλακτικούς προορισμούς, ακόμη και εκτός συνόρων, αφήνοντας πίσω τους νησιά που αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *